gazette inspiration collector / the blog


* THE BLOG    * ON SPACE    * NEWS    * ABOUT    * THE TEAM    * SUBMIT A POST    * ARCHIVE    * SUBSCRIBE VIA EMAIL    * VIDEO LIST    * RANDOM POST   

Cinefish #3

γράφει η Πόπη

Camille Claudel

Σκηνοθεσία: Bruno Nuytten
Σενάριο: Bruno Nuytten, Marilyn Goldin. Βασισμένο στο βιβλίο της Reine Marie
Ηθοποιοί: Isabelle Adjani, Gérard Depardieu
Παραγωγή: 1988 – Γαλλία

Η ταινία είναι για τη ζωή της γλύπτριας Camille Claudel (Isabelle Adjani).

Ξεκινά το 1885 στο Παρίσι, όπου η 18χρονη Camille Claudel και η επίσης γλύπτρια Jessie Lipscomb καλούν στο εργαστήριο τους τον διάσημο γλύπτη Auguste Rodin (Gérard Depardieu), να δει τα έργα τους για να τις δεκτεί ως μαθήτριές του. Προσπαθεί αρχικά να μην εκφράσει το θαυμασμό του, αλλά αναγνωρίζοντας αμέσως το ταλέντο της Camille, προσλαμβάνει και τις δύο ως βοηθούς για το έργο του, τις Πύλες της Κολάσεως. Αυτός με την υπεροψία του φτασμένου καλλιτέχνη, με τις διάφορες ερωμένες του και τους απότομους του τρόπους, στην αρχή αποπαίρνει την παρορμητική αλλά και πολύ ευαίσθητη Claudel. Πολύ σύντομα όμως ξεκινά η καλλιτεχνική τους συνεργασία και αμέσως η θυελλώδης ερωτική τους σχέση, που θα κρατήσει για περίπου 15 χρόνια.

Paul Wunderlich

German (1927 - 2010)

Born in Eberswalde on 10 March 1927. The German painter studied at the Kunstschule in the orangery of the castle of Eutin. In 1947 he went to the Hochschule fur Bildende Kunste, Hamburg, and studied graphic art. He extended his training by another semester to work under Willem Gremm. In 1951 he was offered a teaching post at the school, which he held until 1961. In 1963 he became Professor for the Graphic Arts and Painting. Between 1951 and 1952, under the instruction of Emil Nolde and Oskar Kokoschka, he produced prints after their originals. In 1957 he created a series of Tachist paintings, but he destroyed most of them later.

Θηλυκή παροχή #4
γράφει η Χαριτίνη τόση δα
Είναι γυναίκες για τις οποίες δεν μπορώ να γράψω.
Μέσα απο την καρδιά μου δηλάδή, τα λόγια ειναι τόσο μικρά και αχρείαστα μπροστά στο δέος μου για αυτές.
Η Φλέρυ, η τρελλή του φεγγαριού, είναι για εμένα αυτή η “υπέρτατη γυναικεία ενέργεια” που έγραψα κάποτε στο βιβλίο μου…
Τρελή, καταραμένη και τζαζ, η μούσα του Μάνου Χατζιδάκι, με μια φωνή που βγαίνει απο την ψαγμένη  ψυχή της… Θα αρχίσω αυτή την ανάρτηση με το τρέιλερ από το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη “η τρελή του φεγγαριού”. Κείμενα της Φλέρυς διαβάζει η Εύα Κοταμανίδου.
[[MORE]]

“… έχω μία τρεμάμενη παρουσία μέσα μου… θα έλεγα ότι είναι περισσότερο ένα είδος φοβισμένου παιδιού… είμαι περισσότερο παιδί, παρά ας πουμε μια γυναίκα η οποία είναι νευρωτική για το σεξ ή οτιδήποτε άλλο… είμαι περισσότερο ένα μωρό που της αρέσει να έχει δίπλα της ανθρώπους… να την αγαπούν σαν λουλούδι σαν παιδί… περισσότερο παιδί… ζητάω προστασία του μπαμπά ας πούμε, της μάνας μου - που αντιπροσωπεύει τον μπαμπά μου δηλαδ … αγγίζω τους ανθρώπους σαν παιδί που περισσότερο θέλει προστασία πατρική και λιγότερο σαν γυναίκα που θέλει προστασία ερωτική…”

Φλέρυ Νταντωνάκη
Το πραγματικό όνομα της ήταν Ελευθερία Παπαδαντωνάκη.
Γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα και από τα 10 της χρόνια είναι ηθοποιός. Με πατέρα τον Τόνι Παπαδαντωνάκη σκηνοθέτη-ηθοποιό και κινηματογραφικό παραγωγό, από την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Αυτός ήταν και η αφορμή για την ενασχόληση της από πολύ μικρή ηλικία με της τέχνες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 η Φλέρυ βρίσκεται στις Η.Π.Α. για σπουδές φιλοσοφίας και θεάτρου στην νότια Καρολίνα και από κει με υποτροφία από όπου αποφοιτά το 1961. Το ταλέντο της είχε ήδη ξεχωρίσει σε θεατρικές παραστάσεις στην Νέα Υόρκη, κάνοντας τους αμερικανούς κριτικούς να μιλήσουν για ένα νέο αστέρι, εφάμιλλο της Λίζα Μινελι. Όσο για το ταλέντο της στο τραγούδι αυτό ανακαλύπτεται τυχαία από κάποιους φίλους της που την παροτρύνουν να τραγουδήσει γι αυτούς ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ξεκινά έτσι τις πρώτες εμφανίσεις της ως τραγουδίστρια στα φολκ καφέ της εποχής. Με ένα ρεπερτόριο που περιελάμβανε ισπανικά και βραζιλιάνικα λαϊκά τραγούδια. Συνοδοιπόρος της σε αυτές της εμφανίσεις ήταν ο κιθαρίστας Jerry Sappir, ο οποίος συμμετείχε ως μουσικός και στο παρθενικό της άλμπουμ.

Με την επέλαση της χούντας, η Φλέρυ τάσσεται υπέρ του αντιδικτατορικού κινήματος και δείχνει την υποστήριξή της τραγουδώντας σε συγκεντρώσεις. Συνάμα, γνωρίζεται με τη Μελίνα Μερκούρη, την οποία μάλιστα αντικαθιστά σε μια από τις παραστάσεις του «Ilya darling».
Το 1970 γνωρίζεται με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ακούγοντας τη φωνή της εκστασιάζεται· ηχογραφούν στο σπίτι του Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη μια σειρά από κλασικά ρεμπέτικα του Τσιτσάνη, του Μάρκου Βαμβακάρη κ.ά. Πολλά χρόνια αργότερα, η ηχογράφηση αυτή λαμβάνει τη μορφή δίσκου με τίτλο «Η Φλέρυ Νταντωνάκη στα Λειτουργικά του Μάνου Χατζιδάκι» και αποτελεί την τελευταία δισκογραφική ενασχόληση του Χατζιδάκι με τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στο μεσοδιάστημα οι δύο καλλιτέχνες συνεργάζονται στο δίσκο «Ρυθμολογία» (1971), όπου η Φλέρυ τραγουδά τα έξι τραγούδια του «Κύκλου του CNS», σε ποίηση του συνθέτη.
Δύο χρόνια πριν την οριστική πτώση της Χούντας, ο Μάνος Χατζιδάκις και η “Μούσα” του επιστρέφουν στην Ελλάδα. Το 1972 αποτελεί έτος-σταθμό στην καριέρα της Φλέρυς, με πιο σημαντικό γεγονός την έκδοση του δίσκου «Ο Μεγάλος Ερωτικός»· στην παραγωγή συμμετέχει και ο Δημήτρης Ψαριανός, που περιλαμβάνει μελοποιήσεις αρχαίας και νέας ελληνικής ποίησης με θέμα τον έρωτα. Στα τέλη του ιδίου χρόνου η Φλέρυ ηχογραφεί και πάλι, αυτή τη φορά τον «Καπετάν - Μιχάλη» του Χατζιδάκι, ενώ συμμετέχει και στον δίσκο «Δώδεκα τραγούδια του Γιώργου Ποταμιάνου», ενός Έλληνα εφοπλιστή, με τον οποίο τη συνέδεε μεγάλη φιλία από τον καιρό που ήταν στις ΗΠΑ.


Ακολουθεί μια περίοδος άτονης καλλιτεχνικής δημιουργίας· συμμετέχει φιλικά σε κάποιες ταινίες, ενώ γνωρίζεται με τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή. Η συνεργασία μεταξύ τους δεν τελεσφορεί και η Φλέρυ εισέρχεται σε μια περίοδο εσωτερικής αναζήτησης και “χάνεται στα μονοπάτια του μυαλού της” όπως δημόσια δηλώνει η ίδια.
Επιστρέφει στο προσκήνιο το 1984, ερμηνεύοντας τρία τραγούδια στον πρώτο δίσκο του Ηλία Λιούγκου με τίτλο «Νυχτερινή δοκιμασία». Αρχίζει τις εμφανίσεις της στους μουσικούς χώρους «Τιπούκειτος», «Καφέ - θέατρο» και τον Πύργο του Απόλλωνα. Συνοδευόμενη από τον πιανίστα Γιάννη Σπυρόπουλο-Μπαχ, ερμηνεύει κομμάτια του Χατζιδάκι, ελληνικά λαϊκά, αλλά και τραγούδια της τζαζ και σόουλ ανθολογίας.
Η τελευταία της δισκογραφική εμφάνιση έρχεται το 1986, οπότε και τραγουδά το «Τραγούδι της νύχτας» στον δίσκο «Τσιμεντένια Τρένα» του συγκροτήματος “Τερμίτες”. Το 1985, μια συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά, στην οποία συμμετέχει και η Δήμητρα Γαλάνη αποτελεί και την τελευταία της εμφάνιση επί σκηνής· τρομάζει από την κοσμοσυρροή και εγκαταλείπει το πάλκο, εν τέλει όμως επιστρέφει και αποθεώνεται για την ερμηνεία της.

Έκτοτε αποσύρεται από τα φώτα της δημοσιότητας και θεωρεί τη σχέση της με το τραγούδι λήξασα. Μένει απομονωμένη με τη μητέρα της και την κόρη της Ζωή, ενώ επί ματαίω αρκετοί καλλιτέχνες την προσεγγίζουν, με σκοπό την επανεμφάνισή της. Η μοίρα την χτυπά διπλά· αποξενωμένη, με τους ιδιωτικούς της δαίμονες να γιγαντώνονται, προσβάλλεται πλέον και από καρκίνο.
Πεθαίνει στις 18 Ιουλίου του 1998, σε μια κλίνη του Νοσοκομείου Μεταξά, καταρρακωμένη και σε σύγχυση· το μνήμα της βρίσκεται στο κοιμητήριο της Παιανίας, πλάι σ’ αυτό του Μάνου Χατζιδάκι.

Είπε για τον ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ: δεν είχε καμία σχέση με το γεγονός που χάθηκα κατά ένα μέρος ευθύνομαι εγώ που δεν ήμουν ώριμη να καταλάβω τι ακριβώς ήθελε και σε ένα ποσοστό εκείνος, που δεν ήταν ο ίδιος ο Θεός. Να μ αγαπάει δηλαδή τόσο, ώστε να νιώθω προστατευόμενη και να μην έχω ανάγκη να πάω στους γκουρου. Ομως ο Μάνος είναι τελικά ο γκουρου μου.


Θά κλείσω αυτή το άρθρο με λόγια της στον παραγωγό Άγγελο Κουτσούδη.
Η συνέντευξη με τη Φλέρυ έγινε το Φεβρουάριο του 1989 για το “Δημοτικό Ραδιόφωνο Πειραιά - Κανάλι 1”. Από εκείνη τη συνέντευξη δεν έμεινε τίποτα. Η παρακάτω κουβέντα είναι κάποια από αυτά που ειπώθηκαν στο σπίτι της σπουδαίας ερμηνεύτριας, στην πρώτη τους συνάντηση.

Κυρία Νταντωνάκη, να σας ρωτήσω ποια είναι τα αποτελέσματα αυτού του θαυμαστού πράγματος που λέμε έρωτα; Τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σας;Τα αποτελέσματα… Όχι η διαδικασία, ούτε η προετοιμασία, ούτε το άγχος, ούτε η αγωνία, ούτε ο πόνος που δεν τον κατακτάς… Όταν τον κατακτήσεις; Δεν θα ήμουν ειλικρινής αν το έλεγα τώρα, διότι δεν είμαι αυτή τη στιγμή μέσα στην ομορφιά, που πιστεύω ότι υπάρχει σε μια ολοκληρωμένη συζυγική και ερωτική ευτυχία. Και -επομένως- θα μπορέσω να μιλήσω μόνο ποιητικά, όπως μιλούν οι καλλιτέχνες. Ποια είναι τα αποτελέσματα του έρωτα… Ο έρωτας είναι το πρώτο σκαλοπάτι, το δεύτερο είναι η τέχνη και το τρίτο είναι η θρησκεία. Εγώ, φαίνεται ότι άρχισα μάλλον από το μεγάλο σκαλοπάτι, το τρίτο, τη θρησκεία.
Φιλοδοξία μου ήταν να σπουδάσω όλες τις θρησκείες, όλων των χωρών. Το έκανα. Το δεύτερο σκαλοπάτι είναι η τέχνη. Και με την τέχνη ενώθηκα. Με τον Θεό, βέβαια, δεν ενώνεσαι ποτέ, γιατί είναι πολύ Μεγάλος και Απέραντος. Ενώθηκα με την ιδέα του Θεού, με την ιδέα του Χριστού, με την ιδέα της αγάπης, της απλότητας όλων των θρησκειών, όλων των χωρών, όλων των ανθρώπων, όλων των φυλών. Το δεύτερο σκαλοπάτι είναι, όπως είπα, η τέχνη. Που έχει, επίσης, τον πόνο της μη εκπλήρωσης, υπάρχει πάντα αυτό το σημείο Χ μεταξύ του καλλιτέχνη και του αποτελέσματός του, αυτό το σημείο Χ που δεν είναι ευκολοεύρετο ή ευκολόπιαστο. Και μετά, το πρώτο σκαλοπάτι, ο έρωτας, στο οποίο ελπίζω να κατέβω και να δοκιμάσω όλα αυτά τα αποτελέσματα της δεκαπεντάχρονης θηλυκής οδύσσειας που έκανα. Εκεί, βέβαια, όλο και σκοντάφτουμε και βρίσκουμε τον εαυτό μας. Εκεί η ένωση είναι πολύ απλή, η αισθησιακή ένωση, αλλά πάρα πολύ δύσκολη η αληθινή ένωση, δηλαδή η ολοκλήρωση. Πιστεύω ότι όταν ο έρωτας είναι ολοκληρωμένος, όταν καταλαβαίνονται δύο άνθρωποι και όταν μπαίνεις σε αυτή τη διαδικασία με την αίσθηση ότι ο χώρος αυτός είναι ιερός, τότε δεν υπάρχει πλήγωμα, ούτε από τη μια πλευρά ούτε από την άλλη. Οι Βρετανοί λένε ότι η σωστή ερωτική συμπεριφορά κάνει την αλήθεια, και η σωστή ερωτική συμπεριφορά είναι όταν σέβεσαι τον σύντροφό σου και δεν τον πληγώνεις. Καλύτερα να πληγώσεις τον εαυτό σου παρά τον σύντροφό σου. Αυτό είναι το κλειδί.
Έχετε ταξιδέψει πολύ, έχετε γνώσεις πολλές, έχετε γνωρίσει πολλά πράγματα από κοντά. Θα ήθελα, μέσα από αυτές τις εμπειρίες σας, να μου πείτε πώς βλέπετε τον εαυτό σας;Βλέπω τον εαυτό μου σαν μια γυναίκα αδύναμη και απλή, και ταυτόχρονα πολλές φορές σαν μια γυναίκα δυνατή, που δεν είναι απλή καθόλου. Νιώθω ακόμα σαν να κάνω τα πρώτα μου βήματα. Είναι πάρα πολλά στοιχεία που δεν έχουν απόλυτα ειπωθεί και δεν έχουν βρει απόλυτα την ολοκλήρωσή τους μέσα μου.
Αν σας ρωτούσα για τους τραγουδιστές που σας αγγίζουν πολύ, ποιους θα αναφέρατε;Η μεγαλύτερη τραγουδίστρια για μένα είναι μια τραγουδίστρια από την Αίγυπτο, λέγεται Ουμ Καλσούμ, και όταν ζούσε και τραγουδούσε οι άνθρωποι ανέπνεαν μαζί της, τραγουδούσαν μαζί της και αναστέναζαν μαζί της. Η Ουμ Καλσούμ έχει αυτή την ειδικότητα, ότι, όπως εγώ έχω μια τρυφερότητα και μια ευαισθησία, αυτή κάνει τον πόνο και την απελπισία της μια θαυμάσια αναπνοή, με μουσική μαζί. Είναι εκπληκτική. Αυτή είναι η τραγουδίστρια που με έχει εντυπωσιάσει πολύ, καθώς και μερικοί τραγουδιστές από την Ινδία. Γιατί, όταν τραγουδούν, νομίζεις ότι υπάρχουν πουλιά μέσα στο στόμα τους, νομίζεις ότι είναι περισσότερο από μια φωνή. Η φωνή τους έχει μια αλήθεια πολύ βαθιά.

Είστε ένα από τα λίγα πρόσωπα στην Ελλάδα, στα μουσικά πράγματα τουλάχιστον, που σας περιβάλλει ένας μύθος, με την έννοια ότι είστε σημείο αναφοράς. Εμφανίζεστε σπάνια, οι δίσκοι σας ποσοτικά είναι λίγοι, αρνείστε να βγάλετε χρήματα από το τραγούδι. Τι συνεπάγονται όλα αυτά;Είμαι βουδάκος, ένας μικρός βουδάκος. Δεν υπάρχουν μύθοι, υπάρχει απλώς μια περιπέτεια την οποία έζησα επειδή ταξίδεψα πολύ στις Ινδίες, στην Αμερική, στην Αγγλία, έτσι ώστε οι άνθρωποι να λένε: «Καλά, είσαι μια τραγουδίστρια όχι όπως όλες οι άλλες που έκαναν την καριέρα τους και πατούσαν σε στέρεο έδαφος, εσύ ήσουν σα να ακροβατούσες κατά κάποιον τρόπο». Αυτό το έλεγαν γιατί, αντί να προσπαθήσω να κάνω καριέρα, προσπάθησα να βρω τον εαυτό μου. Και για να βρω τον εαυτό μου, χρειάστηκε να πάω σε όποιον δάσκαλο άκουγα ότι είναι καλός. Και δεν ήταν όλοι καλοί. Το Θιβέτ ήταν θαυμάσιο, στην Αμερική γνώρισα κάποιους θαυμάσιους ανθρώπους, όπως ο Τζάλοφ ή ο Βίλχεμ Ράιχ. Δεν είναι, λοιπόν, ότι ως τραγουδίστρια είμαι διαφορετική, είναι ότι εκτός του ότι τελείωσα το πανεπιστήμιο και σχολή ηθοποιίας, και είμαι και ηθοποιός, ξόδεψα σχεδόν 20 χρόνια από τη ζωή μου ψάχνοντας να βρω το μέσα μου, ψάχνοντας να καταλάβω τον πλανήτη μας, έτσι όπως είναι. Αυτό δεν είναι μύθος, πολλοί άνθρωποι το έχουν κάνει στην εποχή μας. Πολλοί άνθρωποι που βλέπεις να ταξιδεύουν, που ψάχνουν την ψυχή τους και τον εαυτό τους. Ας πούμε, ο Άλμπερτ Σβάιτσερ ή η Μητέρα Τερέζα, έχουν κάνει πιο εμφανή την οδύσσειά τους, η οποία όμως σαν αποτέλεσμα έχει το εσωτερικό φως και την εσωτερική καθοδήγηση του εαυτού μας. Και πια δεν ζητάς δασκάλους, ζητά από τον εαυτό σου να καθοδηγηθείς. Μέχρι, όμως, να το περάσεις αυτό, περνάς από πολλές καμάρες, μερικές όμορφες, άλλες σκληρές, άλλες λιγάκι σκοτεινές.
Ναι, αλλά θα μας πείτε γιατί δεν εμφανίζεστε, γιατί δεν τραγουδάτε;Είναι επειδή δούλευα. Επειδή δούλευα για να βρω τον εαυτό μου πριν εμφανιστώ. Πώς προετοιμάζεται ένας χορευτής, που κάνει την άσκηση για να είναι το σώμα του τέλειο, εγώ προετοίμαζα την ψυχή μου. Λάβε υπόψη σου και τα χρόνια για τα οποία μιλάμε, ήταν τα παιδιά του ΄65, ήταν η εποχή των Μπίτλς, η εποχή των λουλουδιών, είχα συγκινηθεί, είχα βρεθεί εκεί και έψαχνα να βρω τον Χριστό μέσα μου, τον ίδιο τον Χριστό, με την έννοια αυτών που διδάσκει, αυτά τα απλά πράγματα, το ν’ αγαπάς τον άλλον όπως τον εαυτό σου, και να τον αγαπάς και να είσαι παράλληλα ο εαυτός σου. Αυτά τα πράγματα τα έψαχνα, τα έχανα και τα ξανάβρισκα, μέχρι που να νιώσω, ναι, αυτό είναι το σπίτι μου και σ’ αυτό το σώμα που θα ζήσω θέλω να το ξέρω, να το αγαπώ, να το σέβομαι και να το καταλαβαίνω τόσο πολύ, που να μου φαίνεται το ίδιο πράγμα να σέβομαι και ν’ αγαπώ εσένα.

Κυρία Νταντωνάκη, ο Ελύτης κάπου λέει πως γράφει γι’ αυτούς που δακρύζουν κρυφά. Εσείς για ποιους τραγουδάτε;Εγώ νομίζω ότι τραγουδάω γι’ αυτούς που ψάχνουν την αλήθεια κρυφά και δεν το παραδέχονται οι ίδιοι, γιατί όταν ψάχνεις την αλήθεια ή ντρέπεσαι που ψάχνεις κάτι τόσο σπάνιο, ή ντρέπεσαι που οι άλλοι θα σε παρεξηγήσουν γιατί νομίζουν πως η αλήθεια είναι κάτι απλό. Πιθανόν, αυτοί αγαπούν τα τραγούδια μου, γιατί αυτοί μ’ έκαναν να καταλάβω πως μέσα στα τραγούδια μου υπάρχει μια ευαισθησία, ένας φόβος και μια τρεμάμενη παρουσία. Αναρωτιέμαι πάντοτε όταν τραγουδάω: «Τραγουδάω σωστά; Λέω πραγματικά το αληθινό μήνυμα, είμαι αληθινή;»
Τελειώνοντας την κουβέντα μας, να σας ρωτήσω ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η δική σας αίσθηση όταν τραγουδάτε;Μου πήρε χρόνια να το καταλάβω, μέχρι που το κατάλαβα. Η δική μου αίσθηση από τη φωνή μου; Μια τρεμάμενη αλήθεια.
Τρεμάμενη αλήθεια, λοιπόν;Επειδή όλοι τρέμουμε όταν λέμε την αλήθεια, μήπως δεν είμαστε σίγουροι γι’ αυτή, γιατί υπάρχουν πολλές αλήθειες.

πηγές:
papsera.blogspot.com
theovaf.blogspot.com
el.wikipedia.org

για τη στήλη “Θηλυκή Παροχή" γράφει η Χαριτίνη τόση δα • xaritini@gazette-ic.com

Θηλυκή παροχή #4

γράφει η Χαριτίνη τόση δα

Είναι γυναίκες για τις οποίες δεν μπορώ να γράψω.

Μέσα απο την καρδιά μου δηλάδή, τα λόγια ειναι τόσο μικρά και αχρείαστα μπροστά στο δέος μου για αυτές.

Η Φλέρυ, η τρελλή του φεγγαριού, είναι για εμένα αυτή η “υπέρτατη γυναικεία ενέργεια” που έγραψα κάποτε στο βιβλίο μου…

Τρελή, καταραμένη και τζαζ, η μούσα του Μάνου Χατζιδάκι, με μια φωνή που βγαίνει απο την ψαγμένη  ψυχή της… Θα αρχίσω αυτή την ανάρτηση με το τρέιλερ από το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτηη τρελή του φεγγαριού”. Κείμενα της Φλέρυς διαβάζει η Εύα Κοταμανίδου.

Philippos Philippou
I met Philippos one night at a bar in Nicosia and we actually talked for about 5 minutes. I asked him what he does, he said he writes. - “What do you write about, what interests you the most?” - “The soul…” he replied.
He is the kind of a person that when he talks to you, you definitely want to pay attention. He moves you with his simple calm way of looking and speaking to you.
I immediately asked him if he would like to share with me a couple of his poems and he said yes, right away.
Find out more about Philippos, by reading the mini interview below and the two poems he sent me.
[[MORE]]
interview
GZT: Does silence exists?PP: Perhaps silence is the origin of all language. We can think of it as an evolutionary barrier that had to be broken in order to start giving imperfect explanations of ourselves to ourselves, of ourselves to the world, and the world to ourselves. But I very much enjoy saying to myself that we once broke the barrier of silence precisely because we could not anymore endure remaining silent before a world that kept posing the most difficult riddles to us. A deep-rooted, profound need for answers is the legacy of all language.
GZT: Are words the ultimate medium of expression?PP: Sometimes it seems to me as if our every word is nothing more than a fleeting intimation of a post-linguistic phase. Something that, regardless of its apparent insignificance, seems to anticipate a return to silence. But this will be a knowing silence, a sentient silence, a silence reached after accepting, thanks to a hard-earned understanding, the total failure of language as a bestower of enlightenment. Ultimately, perhaps language is something meant to be thoroughly traversed, thoroughly charted.
GZT: Do you have any recurring dreams?PP: My dream - which does not differ, perhaps, from what most people see - seems always to be the same: a darkness scattered with a few inexplicable images, the one cut off from all the others, between them the distance that separates two distant stars. Things, in short, that rarely survive the night.
poems
I
On pages that have grown old with youyou still search for poems once knownalmost by heart – yet you are not surprisedto find that after all these years, all of themhaving dissolved into eternity, not much hasremained: perhaps, following the words withyour eyes, sometimes absentmindedly, sleepily, eachword pushing you farther and farther away from allthe others, sometimes closely, expecting to find yourself,suddenly, in the center of a ruined labyrinth. But perhapsthere is nothing there anymore, once more the pages standnaked in their immaculate silence, waiting to be impregnatedwith new meaning. Or else the words are simply not the same– could it be that they change when we are not there to readthem, or when our eyes, momentarily blinded by the reflectiona thought makes against the mirror of itself, forsake themfor words not yet read? And if they change they do so withoutbetraying anything of their change: upon feeling our eyesskimming their treacherous surface, our desire to stand intactbefore the secret hidden inside them, placed there in the beginning,words always take refuge in themselves, unwilling to be found. Andon days when everything seems to contract into a tiny spot, barelyperceptible, the palest star in the sky of consciousness, it becomeseasier for words to summon forth the familiar question: whose woundis this that we carry, after all? A wound as old as language itself, as its firstefforts to find its way out of a silence cast over the world like a huge net,catching everything that came into contact with it, animals, insects, trees, everything that could henceforward only communicate itself in the absenceof words, that could speak only in an inaccessible place where words wouldnot dare enter. Outside the wind, like a fish of the depths, thrashes abouthelplessly, wildly, trapped in the aura of a tree.
***
It is true, after all: you never stop returningto the same words, as if once you happenedto forget something in them, speaking themin the hope of awakening something unbeknownsteven to them. And this whole business brings tomind the pagan man, the man of rain and ruin,the man hunched over a bare patch of earth, lookingfor a sign of the future in the entrails of an animal.

II
The stars still keep guardat the threshold of the visible world.There they lie, at its farthest extremity:try as it might, the searching eye, time
incapable of perfecting it, cannotproceed any further, on the secret screenpinned to the sky with nothing more thana handful of stars the eye still projects its
own falsities and miscalculations, a strangechimera that has never stopped remainingtrue to infinite transformation. There are timeswhen at the uttermost end of the day one longs
for a brief, simple sentence suddenly unfoldingin the depths of the mind like a subterranean flower,better still a word that, in its brevity, in its simplicity,in its overpowering ability to reach the human soul
in its absolute entirety, undamaged by other wordsthat eternally flock to it, undamaged by the very silencein which all words seem to hover like tiny insects, wouldfinally betray something of this miraculous life, a fleeting image,
at least a thickening of the shadow cast by a dead tree.

Philippos Philippou

I met Philippos one night at a bar in Nicosia and we actually talked for about 5 minutes. I asked him what he does, he said he writes. - “What do you write about, what interests you the most?” - “The soul…” he replied.

He is the kind of a person that when he talks to you, you definitely want to pay attention. He moves you with his simple calm way of looking and speaking to you.

I immediately asked him if he would like to share with me a couple of his poems and he said yes, right away.

Find out more about Philippos, by reading the mini interview below and the two poems he sent me.

Rare Book: Wunderzeichenbuch, or ‘Book Of Miracles’, 1552

“In AD 1119, fiery arrows or spears appeared in the sky, everywhere in the whole sky. And stars fell from the sky and when water was poured over them, they made a sound or screamed.”

It doesn’t exactly have the militaristic crispness of a Patrick Moore, but in these words (or, at least, their High German equivalent) we can see the modern science of astronomy emerging from under a shroud of superstition and folklore. The words are taken from an unparalleled Wunderzeichenbuch – or “book of miracles” – recently sold by James Faber, of Bond Street fine-art dealers Day & Faber. The miracles in question, all 167 of them, are hand-painted in gouache and watercolor and arranged in chronological order, from Old Testament scenes (the Flood, the parting of the Red Sea) to the Last Judgement. The main body of the work, however, is given over to events from recorded history, apocalyptic scenes such as a rain of meat in Liguria or a plague of vipers in Hungary; it’s a Renaissance equivalent of cranks’ newsletter The Fortean Times, albeit with a distinct focus on the astronomical. Some 60 or so of the folios depict cosmic events, particularly comets, painted with inventive élan and highlighted with gold leaf.

Read More on sub-blog on space